Μάθημα 3

Ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας καὶ ἡ ζωὴ στὴν ἔρημο

Η διάβαση της Ερυθράς θάλασσας και η  ζωή στην έρημο


Μόλις δόθηκε ἡ ἄδεια ἀπὸ τὸν Φαραώ, οἱ Ἰσραηλῖτες ξεκίνησαν γιὰ τὴ γῆ Χαναὰν ποὺ τοὺς εἶχε τάξει ὁ Θεός.

Μία στήλη καπνοῦ τὴν ἡμέρα καὶ μία φωτεινὴ στήλη τὴ νύχτα τοὺς ὁδηγοῦσαν.

Ὅταν ἔφτασαν στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, ἄκουσαν πίσω τους νὰ ἔρχονται Αἰγύπτιοι στρατιῶτες, ποὺ τοὺς εἶχε στείλει ὁ Φαραώ, γιὰ νὰ τοὺς φέρουν πίσω, γιατί μετάνιωσε ποὺ τοὺς ἄφησε νὰ φύγουν.

Τότε οἱ Ἰσραηλῖτες ἄρχισαν νὰ παραπονιοῦνται:

-Καλύτερα νὰ πεθαίναμε στὴν Αἴγυπτο παρὰ στὴν ἔρημο, ἔλεγαν.

Μα ὁ Μωυσῆς τους ἀπάντησε:

-Μὴ φοβᾶστε! Περιμένετε νὰ δεῖτε τὴ σωτηρία ποὺ θὰ μᾶς δώσει ὁ Κύριος.

Καὶ ἀμέσως, σύμφωνα μὲ τὴ διαταγὴ τοῦ Θεοῦ, σήκωσε τὸ ραβδί του καὶ ἅπλωσε τὸ χέρι του. Τότε τὰ νερὰ τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας σχίστηκαν στὴ μέση καὶ ἀνοίχτηκε ἕνας δρόμος μέσα στὴ θάλασσα!

Ἀπὸ ἐκεῖ πέρασαν ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖτες στὴν ἀντίπερα ὄχθη, χωρὶς νὰ βρέξουν οὔτε τὰ πόδια τους!

Οἱ Αἰγύπτιοι ἀκολούθησαν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, χωρὶς νὰ τὸ σκεφτοῦν.

Ἔτσι, ὅταν ὁ Μωυσῆς ἅπλωσε τὸ χέρι του καὶ τὰ νερὰ τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας ξανάκλεισαν, σκέπασαν τὸν στρατὸ τῶν Αἰγυπτίων. 

Οἱ Ἰσραηλῖτες, μόλις εἶδαν τὸ μέγα θαῦμα καὶ τὴ θεϊκὴ σωτηρία τους, εὐχαρίστησαν γονατιστοὶ τὸν Θεό!

Μετὰ τὴ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς θάλασσας οἱ Ἰσραηλῖτες ξεκίνησαν ἕνα κουραστικὸ ταξίδι μέσα στὴν ἔρημο, ζῶντας ὅμως πολλὰ θαύματα, καθὼς ὁ Θεὸς ἦταν μαζί τους. Ὅταν δὲν εἶχαν νερό, ὁ Μωυσῆς, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔκανε θαύματα γιὰ νὰ μὴν πεθάνουν ἀπὸ τὴ δίψα.

Ἐπίσης μὲ θαυματουργικὸ τρόπο ὁ Θεὸς τοὺς ἔστελνε τροφὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό, ποὺ λεγόταν μάννα. Ἦταν μία σκόνη ἄσπρη σὰν ἀλεύρι, μὲ τὴν ὁποία ἔφτιαχναν ψωμί. Σὲ ἀνάμνηση αὐτοῦ τοῦ θαύματος, ὁ Μωυσῆς διέταξε νὰ μαζέψουν μάννα σὲ μία χρυσῆ στάμνα, ὥστε νὰ τὸ ἔχουν καὶ νὰ τὸ δείχνουν στὰ παιδιά τους.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ μάννα, ὁ Θεὸς τοὺς ἔστελνε καὶ ὀρτύκια, ὥστε νὰ τρῶνε καὶ κρέας. Ἔτσι εἶχαν κάθε μέρα φρέσκο φαγητό

.

Μιὰ ἄλλη φορὰ ἕνας βασιλιᾶς, ποὺ λεγόταν Ἀμαλήκ, ἔκανε ἐπίθεση στοὺς Ἰσραηλῖτες.

Ὁ Μωυσῆς ἀνέβηκε σὲ ἕνα ὕψωμα καὶ σήκωσε τὰ χέρια του σχηματίζοντας ἕναν σταυρὸ μὲ τὸ σῶμα του. Ὅσο εἶχε ψηλὰ τὰ χέρια του, νικοῦσαν οἱ Ἰσραηλῖτες, ἀλλὰ ὅταν τὰ κατέβαζε, ἐπειδὴ ἦταν γέρος καὶ κουραζόταν, νικοῦσαν οἱ ἐχθροί τους.

Τότε ὁ Ἀαρῶν καὶ ὁ Ὤρ κρατοῦσαν τὰ χέρια τοῦ Μωυσῆ ψηλὰ κι ἔτσι κατάφεραν νὰ νικήσουν τὸν ἐχθρικὸ στρατὸ τοῦ βασιλιᾶ Ἀμαλήκ, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ὅμως οἱ Ἰσραηλῖτες γκρίνιαζαν καὶ πολὺ συχνὰ κατηγοροῦσαν τὸν Θεὸ γιὰ τὴν κατάστασή τους, δείχνοντας ἀπιστία. Ὁ μόνος ποὺ ἔδειχνε πάντοτε ἐμπιστοσύνη καὶ εἶχε πίστη στὸν Κύριο ἦταν ὁ Μωυσῆς, ποὺ μὲ τὴν προσευχή του κατάφερε ὁ Θεὸς πάντοτε νὰ βοηθάει τοὺς ἀχάριστους Ἰσραηλῖτες.