
Μάθημα 23
Ἡ γέννηση τοῦ Μωυσῆ καὶ ἡ φλεγόμενη βάτος
Ἡ γέννηση τοῦ Μωυσῆ καὶ ἡ φλεγόμενη βάτος
Ὅπως εἴχαμε δεῖ τὴν προηγούμενη χρονιά, παιδιά, οἱ Ἰσραηλῖτες πῆγαν νὰ ζήσουν στὴν Αἴγυπτο μαζὶ μὲ τὸν Ἰωσήφ, τὸν γιὸ τοῦ Ἰακώβ, ποὺ ἦταν ἐκεῖ ἀντιβασιλέας καὶ εἶχε μεγάλη ἐξουσία.

Πέρασαν, λοιπόν, πολλὰ χρόνια ἀπὸ τότε καὶ οἱ Αἰγύπτιοι δὲν τοὺς ἤθελαν πιά. Τοὺς μισοῦσαν, γιατί φοβοῦνταν μήπως ἑνωθοῦν μὲ τοὺς ἐχθρούς τους καὶ τοὺς νικήσουν.

Γι' αὐτό τους ἔκαναν σκλάβους καὶ τοὺς κακομεταχειρίζονταν.

Γιὰ νὰ λιγοστέψουν, ὁ Φαραὼ ἔδωσε διαταγὴ νὰ ρίχνουν ὅλα τὰ νεογέννητα ἀγόρια τῶν Ἰσραηλιτῶν στὸν ποταμὸ Νεῖλο καὶ νὰ πνίγονται.

Μιὰ μητέρα, ὅμως, γιὰ νὰ γλιτώσει τὸ παιδί της, τὸ ἔβαλε μέσα σὲ ἕνα καλάθι, ποὺ τὸ εἶχε ἀλείψει μὲ πίσσα γιὰ νὰ μὴν μποῦν νερά, καὶ τὸ ἄφησε στὴν ἄκρη τοῦ ποταμοῦ.

Σὲ λίγο ἔφτασε ἐκεῖ μὲ τὶς δοῦλες της ἡ κόρη τοῦ Φαραώ. Τότε εἶδαν τὸ πανέρι, καί, ὅταν τὸ ἄνοιξαν, μέσα του βρῆκαν νὰ τοὺς χαμογελάει ἕνα ὄμορφο ἀγόρι!

Ἡ βασιλοπούλα, ἡ ὁποία δὲν εἶχε παιδιά, τὸ λυπήθηκε καὶ ἀποφάσισε νὰ φροντίσει γι' αὐτό.

Τότε παρουσιάστηκε ἡ ἀδερφὴ τοῦ μικροῦ καὶ ρώτησε τὴ βασιλοπούλα ἂν ἤθελε νὰ τῆς βρεῖ μία μάνα, γιὰ νὰ τὸ θηλάζει. Ἐκείνη δέχτηκε καὶ ἀμέσως τὸ κορίτσι ἔτρεξε νὰ φωνάξει τὴ μητέρα της.

Ἡ βασιλοπούλα τῆς παρέδωσε τὸ παιδὶ νὰ τὸ μεγαλώσει καὶ νὰ τὸ φέρει σὲ αὐτὴν τὴν μεγαλώσει, γιὰ νὰ τὸ μορφώσει βασιλικά. Ὀνόμασε τὸ μωρὸ «Μωυσῆ», ποὺ σημαίνει «αὐτὸς ποὺ σώθηκε ἀπὸ τὰ νερά».

Πράγματι, ὅταν μεγάλωσε ὁ Μωυσῆς, τὸν πῆγε ἡ μητέρα του στὸ παλάτι, ὅπου μορφώθηκε σὰν βασιλόπουλο.

Ἀφοῦ ὁ Μωυσῆς μεγάλωσε κι ἄλλο, ἀναγκάστηκε νὰ φύγει ἀπὸ τὸ παλάτι καὶ τὴν Αἴγυπτο, γιατί κινδύνευε ἡ ζωή του. Ἐνῷ ὑπερασπιζόταν ἕναν Ἰσραηλίτη, ποὺ τὸν χτύπησε ἄδικα ἕνας Αἰγύπτιος, σκότωσε χωρὶς νὰ τὸ θέλει τὸν Αἰγύπτιο.

Ἔτσι ἔφυγε στὴ γῆ Μαδιάμ, γιὰ νὰ γλιτώσει. Ἐκεῖ ἔγινε βοσκὸς.
Μία μέρα, καθὼς ἔβοσκε καὶ τὰ πρόβατα του, εἶδε μὲ παράξενο πρᾶγμα: μία βάτος, δηλαδὴ ἕνας θάμνος, ἔβγαζε φλόγες, χωρὶς ὅμως νὰ καίγεται.
Ξαφνιασμένος πλησίασε ὁ Μωυσῆς καὶ ἄκουσε μιὰ φωνὴ νὰ τοῦ λέει:
-Μὴν προχωρᾶς! Βγάλε τὰ παπούτσια σου, γιατί ὁ τόπος ποὺ πατᾶς εἶναι ἱερός! Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός τον πατέρων σου καὶ ἦρθα νὰ σᾶς βγάλω ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ νὰ σᾶς ὁδηγήσω στὴ γῆ Χαναάν. Νὰ πᾶς στὸν Φαραὼ καὶ νὰ τοῦ πεῖς νὰ ἀφήσει ἐλεύθερο τὸν λαό μου νὰ φύγει.

Ὁ Μωυσῆς δίσταζε. Φοβόταν νὰ παρουσιαστεῖ στὸν Φαραώ.
-Εἶμαι δειλὸς καὶ βραδύγλωσσος, εἶπε στὸν Θεό. Φοβᾶμαι νὰ παρουσιαστώ μπροστά του.
Ὁ Θεὸς ὅμως τοῦ ἔδωσε θάρρος καὶ τὸν παρακίνησε νὰ πάρει μαζί του καὶ τὸν ἀδερφό του Ἀαρῶν.
Προηγούμενη ενότητα
Επόμενη ενότητα
