
Μάθημα 23
Ὁ προφήτης Ἠλίας
Ὁ προφήτης Ἠλίας
O προφήτης Ἠλίας ἔζησε τον 9ο π.Χ. αιώνα, ὅταν στο Βόρειο βασίλειο είχε τὴν ἐξουσία ὁ ἀσεβής Άχαάβ. Μαζί μὲ τὴν εἰδωλολάτρισσα γυναίκα του, τὴν Ἰεζάβελ, προσπάθησαν νὰ ἐπιβάλουν τους ψεύτικους θεούς τους σὲ ὅλους τοὺς Ἰσραηλῖτες, ἀπομακρύνοντας τὸν εὐσεβῆ λαὸ ἀπὸ τον ἀληθινό Θεό.

Τότε ὁ Θεὸς ἔστειλε στὸν βασιλιὰ Ἀχαὰβ τὸν προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος μὲ θάῤῥος ἔλεγξε αὐστηρὰ τὸν Ἀχαὰβ. Ἐπειδὴ ὁ Ἀχαὰβ ἔδειχνε ἀδιάφορος καὶ ἀμετανόητος, ὁ προφήτης Ἠλίας τὸν προειδοποίησε ὅτι, λόγῳ τῆς ἀσέβειάς του, θὰ εμφανιστεί στο βασίλειό του τρομερλη πεῖνα καὶ ξηρασία για τριάμισι χρόνια.

Ὅπως ὁ προφήτης Ηλίας προφήτεψε, ἔτσι έγινε.
Ὁ Ἀχαὰβ τότε θεώρησε τὸν Ἠλία αἴτιο τῆς ξηρασίας καὶ γι' αὐτὸ τὸν κατεδίωκε. γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ αὐτόν, ὁ προφήτης Ἠλίας πῆγε πάνω στὸ βοῦνὸ καὶ κρυβόταν κὸντὰ σὲ ἕνα ποτάμι.

Ἐκεῖ κάθε μέρα ἕνας κόρακας, σταλμένος ἀπὸ τὸν Θεό, τοῦ ἔφερνε κρέας καὶ ψωμί, γιὰ νὰ φάει.

Νερὸ ἔπινε ἀπὸ τὸ ποτάμι ποὺ κυλοῦσε δίπλα του.

Λόγῳ τῆς ξηρασίας ξεράθηκε καὶ τὸ ποτάμι, δίπλα στὸ ὁποῖο ἔμενε ὁ Ἠλίας. Ἔτσι ἔφυγε ἀπὸ τὸ ποτάμι.

Ο προφήτης Ἠλίας γιὰ ἕνα διάστημα βρέθηκε στο χωριό Σάρεπτα τῆς Σιδώνας. Ἐκεῖ μια φτωχή γυναίκα μάζευε ξύλα. Ο προφήτης Ηλίας τῆς ζήτησε λίγο νερὸ καὶ λίγο ψωμί. Ἐκείνη ἀπάντησε ὅτι τῆς ἔμεινε μόνο λίγο λάδι καὶ λίγο ἀλεύρι καὶ ὅτι μάζευε ξύλα γιὰ νὰ ἑτοιμάση μ' αὐτὰ φαγητό, γι' αὐτὴν καὶ τὸ παιδί της.
- «Εἶναι τὸ τελευταίο μας φαγητό», τοῦ εἶπε.
- «Μετὰ δὲ μένει παρὰ νὰ ἀφήσουμε τὴν τελευταία μας πνοή. Ἔλα καὶ σύ. Τιμή μας νὰ βρεθῆς μαζί μας».

Ὁ Ἠλίας λυπήθηκε τη δυστυχισμένη καὶ φτωχή, ἀλλὰ φιλόξενη αὐτὴ γυναῖκα. Μὴν ἀπελπίζεσαι, τῆς εἶπε. Ὁ Θεὸς θὰ φροντίση, ὥστε τὰ δοχεῖα μὲ τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ λάδι νὰ μὴν ἀδειάσουν, γιὰ ὅσο κρατήσει ἀκόμα ἡ πείνα.
Ἔτσι καὶ ἔγινε. Συνέβη ἀκόμα, ὅσο βρισκόταν ὁ Προφήτης στὸ σπίτι της, νὰ πεθάνη καὶ ὁ γιὸς αὐτῆς τῆς γυναίκας, ἀλλὰ ὁ προφήτης Ἠλίας μὲ θαῦμα τὸν ἀνέστησε

Ἡ ξηρασία ὅμως συνεχιζόταν. Πεῖνα ἔπεσε κι ὅλοι ὑπέφεραν.

Ὁ Ἠλίας, κατὰ διαταγὴ τοῦ Θεοῦ, παρουσιάστηκε στὸν Ἀχαάβ, ποὺ μίλησε μὲ θυμὸ γιὰ τὸν ἴδιο καὶ γιὰ τὸν Θεό του.

-Ἡ αἰτία τῆς ξηρασίας εἶναι ἡ ἁμαρτωλὴ ζωὴ ποὺ κάνετε ἐσὺ καὶ οι ψεύτικοι θεοί σου. Γιὰ νὰ σοῦ ἀποδείξω ὅτι οἱ θεοί σου εἶναι ψεύτικοι, θὰ μαζευτοῦμε ἐγώ, οἱ ἱερεῖς σου καὶ ὅλος ὁ λαὸς νὰ θυσιάσουμε καθένας στὸν θεό του.
Ὁ Ἠλίας πρότεινε τότε στοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ νὰ προσευχηθοῦν πρῶτοι στον Βάαλ, ὥστε νὰ ἔρθη φωτιὰ ἐξ οὐρανοῦ καὶ νὰ ἀνάψουν μόνα τους τα ξύλα τοῦ βωμοῦ καί νά γίνει ἡ θυσία τους.
«Έπειτα», εἶπε ὁ Προφήτης, «θα παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὅποιος Θεὸς θὰ στείλη φωτιὰ γιὰ νὰ ἀνάψη μόνος του ὁ βωμὸς μὲ τὴ θυσία πάνω του, αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ ἐμπιστεύεται κάποιος»

Τὴν ἄλλη μέρα ὅλοι συγκεντρώθηκαν ἐπάνω στὸ βουνὸ Κάρμηλο. Οἱ ἱερεῖς τοῦ Ἀχαὰβ ὧρες ὁλόκληρες παρακαλοῦσαν τὸν θεό τους νὰ ρίξει φωτιά. Φωτιὰ ὅμως δὲν ἔπεφτε.

Ὕστερα ἦρθε ὁ Ἠλίας μπροστὰ στὸν βωμό του. Ἔριξε τρεις φορές νερὸ πάνω

Μετά γονάτισε, προσευχήθηκε στὸν Θεὸ καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ κάνει τὸ θαῦμα Του, γιὰ νὰ πιστέψουν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὁ Ἀχαάβ.
«Κύριε», εἶπε, «ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαὰκ καὶ τοῦ Ἰακώβ, στείλε πυρ ἐξ οὐρανοῦ, ὥστε ὅλος ὁ λαὸς αὐτὸς νὰ καταλάβη ὅτι ἐσὺ εἶσαι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ἐγὼ ἕνας δικός σου δούλος».

Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε! Φωτιὰ ἔπεσε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κι ἔκαψε, ὄχι μόνο τὸ ζῶο καὶ τὰ ξύλα, ἀλλὰ καὶ τὶς πέτρες καὶ τὸ νερὸ καὶ τὸ χῶμα ἀκόμη.

Ὅλοι τότε κατάπληκτοι γονάτισαν καὶ φώναξαν ὅτι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς ἦταν ὁ Θεὸς τοῦ Ἠλία.
«Μέγας ὁ Θεὸς τοῦ Ἠλιοῦ».

Μετὰ ἀπὸ τὸ θαῦμα αὐτὸ καὶ τὴ μετάνοια τῶν ἀνθρώπων, ὁ Θεὸς ἔριξε δυνατὴ καὶ μεγάλη βροχὴ καὶ σταμάτησε ἡ ξηρασία. Ὁ προφήτης Ἠλίας ἔκανε πολλὰ θαύματα ἀκόμη.

Ἡ βασίλισσα Ιεζάβελ, ὅταν πληροφορήθηκε τὰ γεγονότα, θύμωσε πολὺ καὶ ζητοῦσε ἐπίμονα νὰ θανατώση τὸν προφήτη Ἠλία!
Ὁ Θεὸς δὲν ἄφησε νὰ πεθάνη ὁ προφήτης Ηλίας.
Βρισκόταν με τον μαθητὴς τοῦ τον ὁ Ἑλισσαῖο, «Ζήτησέ μου ὅ,τι θέλεις», εἶπε ὁ Ἠλίας στον Ελισσαίο.
«Θέλω νά ἔχω διπλή τή χάρη της προφητείας», ἀπάντησε ὁ Ελισσαίος. Κι ὁ Ἠλίας τοῦ εἶπε: «Αὐτὸ ποὺ ζήτησες εἶναι βαρύ, ἀλλὰ ἂν μὲ δῆς τὴν ὥρα ποὺ θ ̓ ἀνεβαίνω στὸν οὐρανό, θὰ γίνη αὐτὸ ποὺ ζήτησες».

Κι ενώ περπατοῦσαν, φάνηκε ένα πύρινο αμάξι που άρπαξε τὸν Ἠλία καὶ τὸν ἀνέβαζε ψηλά. Ὁ Ἠλίας πέταξε τον μανδύα του στὸν Ἑλισσαῖο. Ἐκεῖνος τον κράτησε γερὰ στὰ χέρια του. Ὁ Ἑλισσαῖος δὲν ξαναείδε τον προφήτη Ηλία, πῆρε ὅμως διπλό τὸ προφητικό του χάρισμα.
Πρὶν τὴ Β ́ παρουσία ὁ προφήτης Ηλίας θὰ ἐπισκεφτῆ καὶ πάλι τὴ γῆ μαζὶ μὲ τὸν προφήτη Ενώχ.
Ἡ ἐκκλησία μας τιμᾶ τὸν προφήτη Ἠλία καὶ γιορτάζει τὴ μνήμη τοῦ κάθε χρόνο στὶς 20 ἰουλίου. Δεν εορτάζουμε την κοίμηση, -γιατί ο προφήτης δεν πέθανε ποτέ- αλλά την ανάληψή του.

Προηγούμενη ενότητα
Επόμενη ενότητα
