Μάθημα 17

Ὁ θάνατος τοῦ Σαούλ

Ο θάνατος του Σαούλ


Τὸν καιρὸ ποὺ ὁ Σαοὺλ κατεδίωκε τὸν Δαυίδ, βρῆκαν εὐκαιρία οἱ Φιλισταῖοι καὶ κήρυξαν τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν. Ἀλλὰ στὸν πόλεμο αὐτὸ ὁ Θεὸς ἐγκατέλειψε τοὺς Ἰσραηλῖτες, διότι ὁ Σαοὺλ εἶχε γίνει ἀσεβής.

Ἔτσι στὴ μάχη ποὺ ἔγινε νικήθηκαν οἱ Ἰσραηλῖτες καὶ σκοτώθηκε ὁ Ἰωνάθαν, ὁ γιὸς τοῦ Σαούλ, ποὺ ἦταν καὶ φίλος τοῦ Δαυίδ. Ὁ Σαούλ, ὅταν εἶδε ὅτι κινδύνευε νὰ πέσει στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν, ἔπεσε πάνω στὸ ξίφος του μόνος του καὶ σκοτώθηκε.

Ὅταν ὁ Δαυὶδ ἄκουσε ὅτι ὁ Σαοὺλ καὶ ὁ Ἰωνάθαν σκοτώθηκαν, λυπήθηκε πολὺ κι ἔκλαψε ἀπαρηγόρητα.

Τότε ἔγραψε καὶ τὸν παρακάτω ὕμνο γιὰ νὰ τοὺς θρηνήσει:

Στῆσε μνημεῖο, Ἰσραήλ, στὰ παλικάρια

Ποὺ ἔπεσαν στὶς ψηλὲς βουνοκορφές.

Καὶ μὴν τὸ πεῖτε πουθενὰ μήπως χαροῦν οἱ ἐχθροί μας

καὶ στήσουν τὰ κορίτσια τους χορό.

Καὶ σεῖς ψηλὰ βουνά της Γελβουέ,

μὴ ρίξετε πιὰ βροχὴ οὔτε δροσιᾶς σταγόνα,

νὰ μὴ βραχοῦν, μὴ λερωθοῦν

τὰ ὅπλα τῶν γενναίων, Σαοὺλ καὶ Ἰωνάθαν.

Κλάψτε, κόρες τοῦ Ἰσραήλ, θρηνῆστε τοὺς γενναίους.

Θρηνῶ γιὰ σένα, ἀδερφέ, ὡραῖε Ἰωνάθαν.

Θρηνῶ καὶ κλαίω κι ἀπορῶ πῶς ἔπεσες, γενναῖε,

Καὶ ξαφνικὰ πῶς χάθηκαν τὰ ὅπλα τοῦ πολέμου.

Ὁ Δαυὶδ βασιλιᾶς

Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σαοὺλ ἡ φυλὴ τοῦ Ἰούδα ἔκανε βασιλιᾶ της τὸν Δαυίδ. Οἱ ἄλλες φυλὲς ἔκαναν βασιλιᾶ τους τον γιὸ τοῦ Σαούλ, τὸν Ἰεβοσθέ. Ὕστερα ἀπὸ 7 χρόνια περίπου ἔγινε ὁ Δαυὶδ βασιλιᾶς σὲ ὅλο τὸ Ἰσραήλ.

Ὁ Δαυὶδ ἦταν καλὸς βασιλιᾶς. Ἔκανε πρωτεύουσα τοῦ τὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν ὁποία στόλισε μὲ πολλὰ ὡραῖα κτίρια. Δημιούργησε καλὸ καὶ γενναῖο στρατό.

Ἀκόμη, ἔφερε τὴν κιβωτὸ τῆς Διαθήκης στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἔβαλε προσωρινὰ σὲ μία σκηνή, μὲ σκοπὸ νὰ χτίσει ἀργότερα ναό, γιὰ νὰ τὴν τοποθετήσει.

Συνέθεσε, ἐπίσης, πολλοὺς ψαλμοὺς πρὸς τὸν Θεό, ποὺ ψέλνονται ἀκόμη στὴν ἐκκλησία μας.

Μὲ τὴ φώτιση τοῦ Θεοῦ προφήτεψε γιὰ τὸν Χριστό. Καὶ ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε ἀπὸ τὴ γενιά του νὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστός, ὁ Σωτῆρας τοῦ κόσμου.

Δυστυχῶς ὅμως ἀργότερα ἁμάρτησε κι αὐτὸς καὶ ὁ Θεός, γιὰ νὰ τὸν τιμωρήσει, ἄφησε τὸν γιό του, Ἀβεσσαλώμ, νὰ ἐπαναστατήσει ἐναντίον τοῦ πατέρα του.

Στὸν πόλεμο ποὺ ἀκολούθησε σκοτώθηκε ὁ Ἀβεσσαλώμ... Αὐτὸ πλήγωσε τὴν πατρικὴ καρδιὰ τοῦ Δαυίδ.

Ὁ Δαυὶδ μετὰ μετανόησε ὁλόψυχα, γεγονὸς ποὺ φανερώνεται μέσα ἀπὸ τοὺς ψαλμοὺς ποὺ ἔχει γράψει, στοὺς ὁποίους ζητᾶ συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του.

Ὁ Δαυὶδ πέθανε σὲ ἡλικία 70 ἐτῶν, ἀφοῦ βασίλεψε 40 ὁλόκληρα χρόνια. Πρὶν πεθάνει, ὅρισε γιὰ διάδοχό του τὸν γιό του, Σολομῶντα.