Μάθημα 16

Ὁ Σαοὺλ καταδιώκει τὸν Δαυίδ

Ο Σαούλ καταδιώκει τον Δαυίδ


Ἡ δόξα ὅμως τοῦ Δαυὶδ δὲν ἄρεσε στὸν Σαούλ. Ἄρχισε νὰ μισεῖ τὸν Δαυίδ, ἐπειδὴ ὁ λαὸς τὸν θαύμαζε καὶ τοῦ ἔψελνε ὕμνους καὶ τραγούδια. Φοβόταν μήπως κάποτε γίνει αὐτὸς βασιλιᾶς. Γι' αὐτὸ σκεφτόταν πῶς θὰ μπορέσει νὰ τὸν σκοτώσει.

Μιὰ μέρα, καθὼς ὁ Δαυὶδ ἔπαιζε γλυκὰ γλυκὰ τὴ λύρα, γιὰ νὰ διασκεδάζει τὸν Σαούλ, αὐτὸς πέταξε τὸ ἀκόντιό του, γιὰ νὰ τὸν χτυπήσει! Ὅμως δὲν τὸν πέτυχε.

Ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Δαυὶδ ἔφυγε καὶ κρυβόταν στὰ βουνά. Μαζὶ τοῦ ἦταν καὶ ἀρκετὰ παλικάρια, ποῦ τὸν ἀγαποῦσαν καὶ ἤθελαν νὰ τὸν βοηθήσουν.

Ὁ Σαοὺλ ὅμως κι ἐκεῖ τὸν κυνήγησε. Πῆρε στρατὸ κι ἔτρεξε πάνω στὰ βουνά. Ὁ Δαυὶδ κρυβόταν στὶς σπηλιές.

Μιὰ μέρα στὴ σπηλιά, στὴν ὁποία ἦταν κρυμμένος ὁ Δαυίδ, μπῆκε νὰ κοιμηθεῖ καὶ ὁ Σαούλ! Σὲ λίγο ὕπνος βαρὺς σκέπασε τὰ βλέφαρά του.

Ὁ Δαυὶδ πλησίασε σιγά-σιγά, ἔκοψε μὲ τὸ μαχαίρι του τὴν ἄκρη τοῦ μανδύα τοῦ Σαοὺλ καὶ κρύφτηκε πάλι στὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς, χωρὶς νὰ τοῦ κάνει τίποτε ἄλλο.

Ὅταν κατόπιν ἔφυγε ὁ Σαούλ, ὁ Δαυὶδ βγῆκε ἀπὸ τὴ σπηλιά, ἀνέβηκε σὲ μία μεγάλη πέτρα καὶ τοῦ φώναξε:

-Γιατί, βασιλιᾶ, μὲ κυνηγᾶς ἄδικα; Ἐγὼ δὲν θέλω τὸ κακό σου. Σήμερα ποὺ βρέθηκες στὰ χέρια μου, μποροῦσαν νὰ σοῦ κάνω κακό. Νὰ καὶ ἡ ἄκρη τοῦ μανδύα σου ποὺ ἔκοψα, ὅταν κοιμόσουν στὴ σπηλιά.

Μία ἄλλη μέρα, ποὺ ὁ Σαοὺλ καὶ οἱ στρατιῶτες του κοιμούνταν, ὁ Δαυὶδ πλησίασε καὶ πῆρε κρυφὰ τὸ ἀκόντιο καὶ τὴ στάμνα του μὲ τὸ νερό.

Ἔπειτα ἀπὸ μακριὰ τοῦ φώναξε καὶ τοῦ εἶπε:

-Πάλι σήμερα μποροῦσα, ἂν ἤθελα, νὰ σοῦ κάνω κακό. Δὲν ἤθελα ὅμως κάτι τέτοιο. Στεῖλε τώρα ἕναν στρατιώτη ἐδῶ νὰ τοῦ δώσω τὸ ἀκόντιό σου.