Μάθημα 13

Ἡ Ρούθ

Η Ρούθ


Κάποτε, στὰ χρόνια τῶν Κριτῶν, ἔπεσε μεγάλη πεῖνα στὴ Χαναάν. Ἔτσι ὁ Ἐλιμέλεχ μὲ τὴ γυναῖκα του τὴ Νωεμὶν καὶ τὰ δυό τους παιδιά, γιὰ νὰ ζήσουν, πῆγαν στὴ χώρα των Μωαβιτῶν.

Στὴ χώρα των Μωαβιτῶν τὰ δυό τους παιδιὰ παντρεύτηκαν μὲ δύο καλὰ κορίτσια τοῦ τόπου, τὴν Ὀρφᾶ καὶ τὴ Ρούθ, καὶ ζοῦσαν χαρούμενα.

Ἀργότερα ὅμως ἦρθε ἡ δυστυχία. Πέθανε ὁ Ἐλιμέλεχ καὶ λίγο ἀργότερα πέθαναν καὶ τὰ δύο παιδιά της Νωεμίν.

Μόνη κι ἔρημη ἡ χήρα Νωεμὶν ἀποφάσισε νὰ γυρίσει στὴν πατρίδα της.

Ἔτσι μὲ τὶς δύο νύφες της πῆρε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς γιὰ τὴ Βηθλεέμ.

Στὸν δρόμο παρακαλοῦσε τὶς νύφες της νὰ γυρίσουν πίσω στοὺς δικούς τους.

Ἡ Ὀρφᾶ, ἔπειτα ἀπὸ πολλὲς παρακλήσεις, γύρισε.

Ἡ Ροὺθ ὅμως ἀρνήθηκε νὰ γυρίσει πίσω.

-Ὅπου πᾶς ἐσύ, θὰ ἔρθω κι ἐγώ, ἔλεγε. Ἡ πατρίδα σου θὰ γίνει καὶ πατρίδα μου καὶ ὁ λαός σου λαός μου. Ἡ δική σου θρησκεία θὰ γίνει καὶ δική μου.

Ἔτσι μόνες οἱ δύο γυναῖκες γύρισαν στὴ Βηθλεέμ.

Γιὰ νὰ ζήσουν, ἡ Ροὺθ ἀναγκάστηκε νὰ πηγαίνει στὰ χωράφια καὶ νὰ μαζεύει στάχυα.

Ἐκεῖ τὴν εἶδε ὁ Βούζ, ἕνας πολὺ πλούσιος κτηματίας.

Ὅταν ὁ Βούζ ἔμαθε ποιά ἦταν, τὴν παντρεύτηκε κι ἔτσι ἡ Ροὺθ ἔζησε εὐτυχισμένη.

Ἀργότερα ἀπέκτησε ἕνα ἀγόρι, τὸν Ὠβήδ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατάγεται ὁ Χριστός.