Μάθημα 10

Ὁ Σαμψῶν

Ὁ Σαμψῶν


Ὕστερα ἀπὸ χρόνια οἱ Ἰσραηλῖτες λησμόνησαν καὶ πάλι τὸν ἀληθινὸ Θεὸ.

Τότε ὁ Θεός, γιὰ νὰ τοὺς παιδαγωγήσει, ἐπέτρεψε νὰ νικηθοῦν καὶ νὰ σκλαβωθοῦν στοὺς Φιλισταίους.

Ὅταν ἀργότερα μετανόησαν, τοὺς ἔστειλε ὁ Θεός τον Σαμψῶν, ἕναν πολὺ δυνατὸ ἄντρα, γιὰ νὰ τοὺς ἐλευθερώσει. Ὁ Σαμψῶν ἀντλοῦσε τὴ δύναμή του ἀπὸ τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ τὰ μακριά του μαλλιά, τὰ ὁποῖα ἀπὸ μικρὸς διατηροῦσε, διότι ἦταν ἀφοσιωμένος στὸν Θεό.

Κάποτε σκότωσε μόνος του ἕνα λιοντάρι!

Μιὰ ἄλλη φορὰ ἔπιασε 300 ἀλεποῦδες! Τὶς ἔδεσε δύο δύο καὶ στὶς οὐρές τους ἔδεσε ἀναμμένες λαμπάδες.

Ἔπειτα τὶς ἄφησε καὶ σκορπίστηκαν μέσα στὰ χωράφια τῶν Φιλισταίων καὶ τὰ ἔκαψαν ὅλα.

Φόβος καὶ τρόμος ἔπιανε τοὺς Φιλισταίους στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος τοῦ Σαμψῶν. Κανένας δὲν μποροῦσε νὰ τὰ βάλει μαζί του, διότι εἶχε κοντά του τὸν Θεό, ποῦ τὸν βοηθοῦσε πάντοτε.

Κάποτε ὅμως ὁ Σαμψῶν ἁμάρτησε, γιατί ἔπιασε φιλίες μὲ μία γυναῖκα τῶν Φιλισταίων, τὴ Δαλιδᾶ.

Αὐτὴ τὸν ξεγέλασε καὶ τῆς φανέρωσε τὸ μυστικὸ τῆς δυνάμεώς του.

-Στὰ μαλλιά μου, τῆς εἶπε, εἶναι ἡ δύναμή μου. Ἂν κοποῦν αὐτά, δὲν ἔχω καθόλου δύναμη. Εἶμαι σὰν μικρὸ παιδί.

Τότε, μόλις ὁ Σαμψῶν κοιμήθηκε, ἡ Δαλιδᾶ εἶπε σὲ κάποιον καὶ τοῦ ἔκοψε τὰ μαλλιά.

Ὕστερα φώναξε τοὺς Φιλισταίους κι εὔκολα, χωρὶς καμιὰ ἀντίσταση, τὸν ἔπιασαν, τὸν ἔδεσαν μὲ ἁλυσίδες καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ἐκεῖ τὸν κορόϊδευαν, τὸν χτυποῦσαν καὶ στὸ τέλος τὸν τύφλωσαν.

Στὴ φυλακὴ ὁ Σαμψῶν ἔκλαιγε γιὰ τὸ κατάντημά του. Μετανόησε γιὰ τὸ ἁμάρτημά του καὶ ζητοῦσε συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς τὸν συγχώρεσε καὶ σιγά-σιγά ἄρχισαν νὰ μεγαλώνουν τὰ μαλλιά του καὶ ἡ δύναμή του μαζί.

Κάποια μέρα ποὺ οἱ Φιλισταῖοι εἶχαν γιορτὴ ἔφεραν καὶ τὸν Σαμψῶν δεμένο καὶ τὸν ἔβαλαν ἄμεσα σὲ δύο κολῶνες, γιὰ νὰ τοὺς διασκεδάζει.

Ἐκεῖ σὲ μία στιγμὴ ἀγκάλιασε τὶς δύο κολῶνες καὶ τὶς τράβηξε μὲ μεγάλη δύναμη πρὸς τὸ μέρος του.

Οἱ κολῶνες γκρεμίστηκαν καὶ μαζὶ μὲ αὐτὲς καὶ ὁ ναός. Κάτω ἀπὸ αὐτὸν σκοτώθηκαν πάρα πολλοὶ ἐχθροί.