Μάθημα 15

Ὁ Σαούλ

Ο Σαούλ


Ἀφοῦ ὁ Σαοὺλ ἔγινε βασιλιᾶς τοῦ Ἰσραήλ, νίκησε πολλοὺς ἐχθροὺς κι ἔκανε τὸ κράτος του μεγάλο καὶ ἰσχυρό.

Ὁ Σαοὺλ ἦταν βασιλιᾶς εὐσεβὴς κί ἔκανε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Σιγά-σιγὰ ὅμως ἄλλαξε κι ἀπὸ εὐσεβὴς ἔγινε ἀσεβὴς καὶ ἀπὸ ταπεινὸς περήφανος. Κάποτε ἔκανε θυσία μόνος του, χωρὶς νὰ περιμένει τὸν Σαμουήλ, ποὺ ἦταν ἱερέας.

Ἔτσι ὁ Θεὸς ἀποφάσισε νὰ κάνει ἄλλον βασιλιᾶ τοῦ Ἰσραήλ. Ὁ Σαμουήλ, σύμφωνα μὲ διαταγὴ τοῦ Θεοῦ, ὅρισε βασιλιᾶ τὸν πιὸ μικρὸ γιό του Ἰεσσαί, τὸν Δαυίδ.

Ὁ Δαυίδ ἦταν βοσκός.

Ὁ Σαοὺλ ἄρχισε σιγά-σιγά νὰ γίνεται ἀνήσυχος. Ἡ γαληνη ἔφυγε ἀπὸ τὴν καρδιά του καὶ ἦρθε ὁ φόβος ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του. Πουθενὰ δὲν ἔβρισκε τὴ χαρὰ ποὺ νιώθουν ὅσοι ζοῦν κοντὰ στὸν Θεό.

Γιὰ νὰ διασκεδάζει, φρόντισαν οἱ ἀξιωματικοί του καὶ βρῆκαν κάποιον νὰ τοῦ παίζει λύρα. Αὐτὸς δὲν ἦταν ἄλλος ἀπὸ τὸν Δαυίδ, τὸ φτωχὸ βοσκόπουλο καὶ παιδί του Ἰεσσαί.

Δαυὶδ καὶ Γολιάθ

Κάποτε οἱ Ἰσραηλῖτες καὶ οἱ Φιλισταῖοι εἶχαν παραταχθεῖ γιὰ μάχη σὲ μία κοιλάδα. Κάθε μέρα ἕνας γίγαντας Φιλισταῖος, ποὺ λεγόταν Γολιάθ, παρουσιαζόταν μπροστὰ ἀπὸ τὸ στρατόπεδο τῶν Φιλισταίων καὶ φώναζε στοὺς Ἰσραηλῖτες νὰ βγεῖ ἕνας νὰ παλέψει μαζί του. -Ὅποιος τολμᾶ, ἂς ἔρθει νὰ παλέψει μαζί μου, ἔλεγε. Ἂν τὸν νικήσω ἐγώ, ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖτες θὰ γίνετε σκλάβοι μας. Ἂν μὲ νικήσει αὐτός, ὅλοι ἐμεῖς θὰ γίνουμε δικοί σας σκλάβοι.

Ὕστερα ἔβριζε μὲ φοβερὰ λόγια τὸν Θεὸ τῶν Ἰσραηλιτῶν. Φόβος καὶ τρόμος ἔπιανε τοὺς Ἰσραηλῖτες, ὅταν τὸν ἔβλεπαν. Κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ τὰ βάλει μαζί του.

Τότε ἔτυχε νὰ βρεθεῖ ἐκεῖ καὶ ὁ Δαυίδ,το μικρὸ βοσκόπουλο. Ὁ Δαυὶδ γνώριζε μόνο νὰ ρίχνει πέτρες μὲ τὴ σφεντόνα του στὰ ἄγρια θηρία ποὺ πλησίαζαν στὸ κοπάδι του καὶ νὰ παίζει ὄμορφα τὴ λύρα του, ὅταν τὰ ἀρνάκια του ἔβοσκαν ἥσυχα.

Ἔμαθε ὅτι ὁ Γολιὰθ ἔβριζε τὸν Θεό τους καὶ δὲν ἄντεξε. Διάλεξε μερικὲς στρογγυλὲς πέτρες, πῆρε τὴ σφεντόνα του καὶ παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν Γολιάθ, γιὰ νὰ τὸν ἀντιμετωπίσει.

Ἐκεῖνος, μόλις τὸν εἶδε, ἄρχισε νὰ τὸν κοροϊδεύει:

-Γιὰ σκυλὶ μὲ νομίζεις καὶ ἦρθες νὰ μὲ πολεμήσεις μὲ πέτρες;

-Γιὰ χειρότερο ἀκόμη, ἀπάντησε ὁ Δαυίδ.

Ἄφρισε ἀπὸ τὸ κακό του ὁ Γολιάθ.

-Ἔλα, λοιπὸν, νὰ δώσω τὶς σάρκες σου στὰ ὄρνια καὶ στὰ ἄγρια θηρία νὰ τὶς φᾶνε, εἶπε ὁ Γολιάθ.

-Ἐσὺ ἔρχεσαι νὰ πολεμήσεις καὶ στηρίζεσαι στὰ ὅπλα σου. Ἐγὼ ὅμως στηρίζομαι στὸν Θεό μου καὶ πιστεύω ὅτι θὰ σὲ νικήσω, εἶπε ὁ Δαυίδ.

Ἔβαλε τότε μία καλὴ πέτρα στὴ σφεντόνα του, τὴ γύρισε μερικὲς φορὲς κι ἄφησε ἐλεύθερη τὴν πέτρα νὰ φύγει.

Ἡ πέτρα ἔφυγε μὲ δύναμη καὶ βρῆκε τον Γολιὰθ στὸ μέτωπο.

Ὁ Γολιὰθ ἔνιωσε ἕνα δυνατὸ τράνταγμα κι ἔπεσε κάτω νεκρός.

Τρομαγμένοι οἱ Φιλισταῖοι, μόλις εἶδαν τὸ πρωτοπαλίκαρό τους νεκρό, ἔτρεξαν νὰ φύγουν. Οἱ Ἰσραηλῖτες μὲ τὸν Δαυὶδ καὶ τὸν Σαοὺλ τοὺς κυνήγησαν, ὥσπου τοὺς ἔδιωξαν μακριὰ καὶ ἡσύχαζαν πιὰ ἀπὸ αὐτούς.

Ἔπειτα γύρισαν πίσω νικητὲς καὶ ὁ λαὸς ἔστησε χορὸ πρὸς τιμὴ τοῦ Δαυὶδ καὶ τραγουδοῦσε:

Ὁ Σαοὺλ νίκησε χιλιάδες

καὶ ὁ Δαυὶδ συνέτριψε μυριάδες.