
Μάθημα 18
Ὁ Σολομῶν
Ο Σολομών
Ὁ βασιλιᾶς Σολομῶν ἀκολούθησε τὸν δρόμο τοῦ πατέρα του. Ἦταν καλὸς κι εὐσεβὴς βασιλιᾶς. Ἀγαποῦσε τὸν λαό του κι ἐργαζόταν γιὰ τὸ καλό του.

Κάποτε παρουσιάστηκε ὁ Θεὸς καὶ τοῦ εἶπε νὰ Τοῦ ζητήσει ὅ,τι ἤθελε.

Καὶ ὁ Σολομῶν δὲν ζήτησε τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο σοφία.

Ὁ Θεός, γιὰ νὰ τὸν ἀνταμείψει, τοῦ τὰ ἔδωσε ὅλα: πλοῦτο, δύναμη, σοφία.

Ἔτσι ὁ Σολομῶν δυνάμωσε τὸ κράτος του πολύ, ὥστε νὰ μὴν ἔχει φόβο ἀπὸ κανέναν ἐχθρό. Ἔγινε ξακουστὸς γιὰ τὴ σοφία του κι ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἔτρεχαν νὰ τὸν θαυμάσουν.

Τὸ σπουδαιότερο ὅμως ἔργο του ἦταν ἕνας ναὸς μεγαλοπρεπέστατος ποὺ ἔφτιαξε γιὰ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι γνωστὸς στὴν ἱστορία ὡς ὁ ναὸς τοῦ Σολομῶντος.

Γιὰ νὰ τὸν χτίσει, ὁ Σολομῶν δὲν λογάριασε οὔτε κόπους οὔτε ἔξοδα.


Χρησιμοποιούσαν τὸ χρυσάφι ἀλύπητα.

Ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἔφερναν ὅ,τι πολύτιμο ὑλικὸ ὑπῆρχε, γιὰ νὰ χρησιμοποιηθεῖ στὸ χτίσιμο τοῦ ναοῦ.
Ἀπὸ τὸν Λίβανο ἔκοψαν χιλιάδες δέντρα ποὺ λέγονται κέδρα, καὶ μὲ τὸ κοκκινωπό τους ξύλο ἔντυσαν ἀπὸ μέσα ὁλόκληρο τὸν ναό.

Μέσα στὸν ναὸ τοποθετήθηκε καὶ ἡ κιβωτὸς τῆς Διαθήκης.

Ὁ ναὸς τοῦ Σολομῶντος ἔγινε ἕνα πραγματικὸ ἀριστούργημα καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔτρεχαν ἀπὸ παντοῦ νὰ τὸν δοῦν καὶ νὰ τὸν θαυμάσουν, γιατί ἦταν μοναδικός.

Η σοφία Σολομώντα
Ἡ σοφία πὸὺ ἔδωσε ὁ Θὲὸς στὸν Σολομῶντα φανερώνεται κι ἀπὸ τὸ παρακάτω περιστατικό, τὸ ὁποῖο περιγράφεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Γ' Βασιλείων, γ' , 16-28).
Ἦτὰν δύο γυναῖκες πὸὺ ἔμεναν στὸ ἴδιο σπίτι καὶ γέννησαν τὴν ἴδια περίοδο ἀπὸ ἕναν γιό. Ὅμως ὁ γιὸς τῆς μίας πέθανε. Τότε πῆρε τὸ ζωντανὸ μωρὸ τῆς ἄλλης γυναίκας καὶ τῆς ἔδωσε τὸ νεκρό. Τὸ πρὼὶ πὸὺ ξύπνησε ἡ ἄλλη γυναῖκα συνειδητοποίησε ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ παιδί της. Ἔτσι δημιουργήθηκε ἔνταση μεταξύ τους καὶ γιὰ αὐτὸ πῆγαν στὸν βασιλιᾶ Σολομῶντα, γιὰ νὰ βρεῖ μία λύση.

Ἀφοῦ ὁ βασιλιᾶς Σολομῶν ἄκουσε καὶ τὶς δύο γυναῖκες πρόσταξε:
-Φέρτε μοῦ ἐδῶ ἕνα μαχαίρι!
Τότε οἱ ὑπηρέτες ἔφεραν τὸ μαχαίρι στὸν βασιλιᾶ κι ἐκεῖνος εἶπε:
-Κόψτε στὰ δύο τὸ ζωντανὸ παὶδὶ καὶ δῶστε τὸ μὶσὸ στὴ μία καὶ τὸ ἄλλο μὶσὸ στὴν ἄλλη γυναῖκα!

Τότε ἡ γυναῖκα, στὴν ὁποία ἀνήκει τὸ ζωντανὸ παιδί, συγκλονίστηκε βαθιά, ἔνιωσε τὰ μητρικά της σπλάχνα νὰ ταράζονται ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸ παιδί της καὶ εἶπε ἀμέσως:
-Σὲ παρακαλῶ, κύριέ μου, δῶστε σ' αὐτὴν τὸ παὶδὶ καὶ μὴν τὸ σκοτώσετε μὲ κανένα τρόπο!

Ἡ ἄλλη ὅμως εἶπε:
-Μοιράστε τὸ στὰ δύο! Νὰ μὴν τὸ πάρω οὔτε ἐγώ, οὔτε ὅμως αὐτή!

Τότε ὁ βασιλιᾶς πρόσταξε νὰ δώσουν τὸ παὶδὶ στὴν πρώτη γυναῖκα, γιατί ἀπὸ τὴν ἀπάντησή της κατάλαβε ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ πραγματική του μητέρα.

Ἔτσι ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖτες, μόλις ἄκουσαν τὴν ἀπόφαση πὸὺ ἔβγαλε ὁ βασιλιᾶς, αἰσθάνθηκαν μεγάλο σεβασμὸ καὶ ἱερὸ δέος ἀπέναντί του, διότι ἀντιλήφθηκαν ὅτι ὁ Θὲὸς τοῦ εἶχε χαρίσει πὸλὺ μεγάλη σοφία, γιὰ νὰ διακρίνει σὼστὰ καὶ νὰ ἀποδίδει τὸ δίκαιο, τέτοια σοφία πὸὺ ὑπερβαίνει τὰ ἀνθρώπινα μέτρα.

Προηγούμενη ενότητα
Επόμενη ενότητα
